ακεραιότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα άτομο ενεργεί σύμφωνα με διαρκείς ηθικές αρχές, διατηρώντας συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων και αποφεύγοντας πρακτικές που παραβιάζουν τον ηθικό κώδικα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακεραιότητα του δικαστή ήταν αδιαμφισβήτητη.
  • Μετά τον σεισμό ελέγχεται η ακεραιότητα των κτιρίων.
  • Η ακεραιότητα των δεδομένων πρέπει να διατηρείται με τακτικά αντίγραφα ασφαλείας.
  • Ο σεβασμός της ακεραιότητας των συνόρων είναι βασική αρχή του διεθνούς δικαίου.
  • Ιατρικά, η ακεραιότητα του ασθενούς πρέπει να προστατεύεται πριν και μετά την επέμβαση.