ακεραιότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα άτομο ενεργεί σύμφωνα με διαρκείς ηθικές αρχές, διατηρώντας συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων και αποφεύγοντας πρακτικές που παραβιάζουν τον ηθικό κώδικα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
διαφθορά ανεντιμότητα αναξιοπιστία ανηθικότητα φθορά ζημιά βλάβη αλλοίωση καταστροφή ρήξη τραυματισμός προσβολή διάρρηξη κάταγμα απατεωνιά γρατζουνιά διαστροφή δολιότητα θραύση πανουργία πονηριά υποκρισία αναξιοπρέπεια ψευτιά παραποίηση διαστρέβλωση εξαπάτηση θραύσμα κομπίνα συνιστώσα τρικ τραύμα απάτη πληγή προδοσία ουλή ελάττωμα κάκωση ρωγμή υπολείμματα απιστία συντριβή σφάλμα ψεύδος αποστασία αδίκημα σήψη
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακεραιότητα του δικαστή ήταν αδιαμφισβήτητη.
- Μετά τον σεισμό ελέγχεται η ακεραιότητα των κτιρίων.
- Η ακεραιότητα των δεδομένων πρέπει να διατηρείται με τακτικά αντίγραφα ασφαλείας.
- Ο σεβασμός της ακεραιότητας των συνόρων είναι βασική αρχή του διεθνούς δικαίου.
- Ιατρικά, η ακεραιότητα του ασθενούς πρέπει να προστατεύεται πριν και μετά την επέμβαση.