υπολείμματα
ουσιαστικό1. Μικρά τμήματα ή ποσότητες υλικού που παραμένουν μετά από χρήση, επεξεργασία, αφαίρεση ή καταστροφή άλλων μερών.
Συνώνυμα
υπόλοιπα κατάλοιπα απομεινάρια υπόλοιπο λείψανα ερείπια απόβλητα περίσσευμα ψίχουλα απορρίμματα σκουπίδια καθιζήματα σκουπίδι μπάζα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα υπολείμματα του φαγητού τα πέταξα στον κάδο κομποστοποίησης.
- Οι αρχαιολόγοι βρήκαν υπολείμματα κτισμάτων από την αρχαία πόλη.
- Στο δείγμα ανιχνεύθηκαν υπολείμματα φυτοφαρμάκων.
- Μετά τη φωτιά έμειναν μόνο υπολείμματα καμένων ξύλων.
- Ακόμα υπάρχουν υπολείμματα της παλιάς βαφής στους τοίχους.