ήσυχος
επίθετο1. Που παράγει ή χαρακτηρίζεται από μικρή ένταση ήχων ή φωνής.
2. Που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας ή γαλήνης, χωρίς αναστάτωση ή θόρυβο.
3. Που εμφανίζει ή εκφράζει συγκρατημένη, ήρεμη συμπεριφορά, χωρίς ανησυχία ή ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανήσυχος θορυβώδης θορυβικός φασαριόζος αναστατωμένος ταραγμένος νευρικός αγχωμένος αγανακτισμένος δυνατός σαστισμένος ταραχώδης αγχώδης ανεβασμένος διαταραγμένος εκνευριστικός θορυβημένος οργισμένος προβληματισμένος ζωηρός οχλαγωγός οχλαγωγικός φοβερός τρομερός θυμωμένος τρομακτικός άγριος απελπισμένος βίαιος εκνευρισμένος σφοδρός τρομαχτικός άναυδος έξαλλος αγριεμένος ατίθασος εμβρόντητος καταιγιστικός συνταρακτικός τρομαγμένος ανησυχητικός απορημένος ζόρικος φρικιαστικός κλόουν αδάμαστος ακραίος φανταχτερός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου είναι ήσυχος και δεν μιλάει πολύ.
- Η γειτονιά μας είναι ήσυχη τα βράδια.
- Η δασκάλα ζήτησε από τους μαθητές να μείνουν ήσυχοι.
- Άφησέ τον ήσυχο, περνάει δύσκολα.
- Μετά τη φασαρία, το σπίτι έγινε ήσυχο.