άθλιος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση έντονης δυστυχίας, εξασθενημένος ή περιθωριοποιημένος, προκαλώντας οίκτο ή συμπόνια.
2. Που χαρακτηρίζεται από χαμηλή ποιότητα, κακή κατασκευή ή ανάξια συμπεριφορά, προκαλώντας περιφρόνηση ή αποδοκιμασία.
Συνώνυμα
κακόμοιρος καημένος ταλαίπωρος ελεεινός μίζερος θλιβερός οικτρός ψωραλέος ρακένδυτος κουρελιασμένος πτωχός αθλιότατος κακομοίρης ενδεής δυστυχής σκατένιος χάλια αξιολύπητος εξαθλιωμένος αχρείος απαίσιος αηδιαστικός βρώμικος βρωμερός θλιμμένος εξευτελισμένος εξευτελιστικός ταπεινός κακός τραγικός φρικτός απαράδεκτος άτιμος ανάξιος ευτελής σκάρτος δυστυχισμένος φριχτός ανεπαρκής ερασιτεχνικός κακοφτιαγμένος παραμελημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωθε άθλιος μετά την ήττα.
- Η άθλια κατοικία είχε νερά στο ταβάνι και σπασμένα παράθυρα.
- Το έργο του ήταν άθλιο και κανείς δεν ήθελε να το αγοράσει.
- Οι άθλιοι προδότες καταδικάστηκαν από την κοινή γνώμη.
- Αρνήθηκε να βοηθήσει τον άθλιο που ζητούσε χρήματα στο δρόμο.
- Τι άθλια συμπεριφορά — δεν έχει ίχνος σεβασμού!