θλιβερός
επίθετοΠου προκαλεί ή εκφράζει βαθιά λύπη, μελαγχολία ή στενοχώρια.
Συνώνυμα
λυπηρός λυπημένος θλιμμένος αξιολύπητος σπαρακτικός ζοφερός λυπητερός μελαγχολικός σκυθρωπός στενοχωρημένος μίζερος άθλιος ελεεινός πένθιμος γοερός κακόμοιρος καταθλιπτικός δυστυχής τραγικός καημένος οδυνηρός δυσάρεστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν θλιβερός μετά την είδηση.
- Το εγκαταλελειμμένο σπίτι έμοιαζε θλιβερό.
- Η αποχαιρετιστήρια τελετή ήταν θλιβερή.
- Η ομάδα έκανε μια θλιβερή εμφάνιση στο πρωτάθλημα.
- Οι εικόνες των προσφύγων ήταν θλιβερές.