ταλαίπωρος

επίθετο

1. Που υφίσταται έντονη σωματική ή ψυχική οδύνη λόγω δυσμενών συνθηκών ή γεγονότων.

2. Που έχει υποστεί μακροχρόνια στέρηση, κόπωση ή καταπόνηση, με εμφανή σημάδια ταλαιπωρίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ταλαίπωρος ηλικιωμένος περίμενε στη στάση κάτω από τη βροχή.
  • Η ταλαίπωρη μητέρα προσπαθούσε να ηρεμήσει το παιδί.
  • Τα ταλαίπωρα ζώα στο καταφύγιο χρειάζονται φροντίδα και φαγητό.
  • Αυτό το ταλαίπωρο αυτοκίνητο δεν ξεκινάει πια.
  • Μην τον κακολογείς — είναι ταλαίπωρος, πέρασε πολλά.