πτωχός

επίθετο

1. Που έχει ελάχιστα υλικά αγαθά ή εισόδημα και δεν καλύπτει επαρκώς τις βασικές ανάγκες.

2. Που είναι λιτός ή ανεπαρκής σε ποσότητα ή ποιότητα.

3. Που στερείται κάποιου στοιχείου, αξίας ή πόρου σε σχέση με το αναμενόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι πτωχοί της γειτονιάς έλαβαν τρόφιμα από τον δήμο.
  • Ο πτωχός άνδρας δεν είχε πού να μείνει το βράδυ.
  • Η πτωχή μητέρα δούλευε δύο βάρδιες για να ταΐσει τα παιδιά.
  • Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν πτωχό σε στοιχεία και συμπεράσματα.
  • Το σχόλιο ήταν πτωχό σε επιχειρήματα και δεν με έπεισε.