πλούσιος
επίθετο1. Που διαθέτει μεγάλο οικονομικό πλούτο ή περιουσιακά στοιχεία.
2. Που είναι άφθονος ή πυκνός σε πόρους, υλικά ή θρεπτικά συστατικά.
3. Που αποδίδει ή παράγει πολλά προϊόντα ή καρπούς.
Συνώνυμα
εύπορος ευκατάστατος κροίσος πλουσιότατος καλοστεκούμενος ευούρης λεφτάς φορτωμένος εύφορος προικισμένος κατάφορτος πολυτελής αρκετός βαθύς πληθωρικός άφθονος γεμάτος πλουσιοπάροχος πλήρης ευδαίμων εκτενής καρποφόρος περιεκτικός
Αντώνυμα
φτωχός πτωχός πένης άπορος άφραγκος εξαθλιωμένος άθλιος κατεστραμμένος λιτός πενιχρός στερημένος φτωχικός δυσπραγών αποστερημένος απλός λίγος χαμηλός σκέτος αραιός καημένος κακομοίρης περιορισμένος άνοστος αραιωμένος ολίγος ταλαίπωρος άμοιρος μίζερος κενός γκρίζος ψιλός άχρωμος ελλειμματικός μονοδιάστατος σκέτα κοσμάκης λιγοστός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πλούσιος επιχειρηματίας επένδυσε στην τοπική οικονομία.
- Το μέλι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά.
- Η περιοχή είναι πλούσια σε βιοποικιλότητα.
- Το πιάτο ήταν πλούσιο σε γεύση και αρωματικά βότανα.
- Η πόλη έχει πλούσια πολιτιστική κληρονομιά.