πλούσιος

επίθετο

1. Που διαθέτει μεγάλο οικονομικό πλούτο ή περιουσιακά στοιχεία.

2. Που είναι άφθονος ή πυκνός σε πόρους, υλικά ή θρεπτικά συστατικά.

3. Που αποδίδει ή παράγει πολλά προϊόντα ή καρπούς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πλούσιος επιχειρηματίας επένδυσε στην τοπική οικονομία.
  • Το μέλι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά.
  • Η περιοχή είναι πλούσια σε βιοποικιλότητα.
  • Το πιάτο ήταν πλούσιο σε γεύση και αρωματικά βότανα.
  • Η πόλη έχει πλούσια πολιτιστική κληρονομιά.