ευκατάστατος

επίθετο

1. Που έχει επάρκεια χρημάτων, περιουσίας ή εισοδήματος και ζει χωρίς σημαντικές οικονομικές στερήσεις.

2. Που βρίσκεται σε οικονομικά και κοινωνικά ευνοϊκή θέση, με ασφάλεια και άνεση στην καθημερινή διαβίωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ευκατάστατος επιχειρηματίας αγόρασε το παλιό αρχοντικό.
  • Η ευκατάστατη οικογένεια ζούσε άνετα χωρίς υπερβολές.
  • Με τα χρόνια έγινε ευκατάστατος και άρχισε να συνεισφέρει στην τοπική κοινότητα.
  • Οι ευκατάστατοι κάτοικοι της γειτονιάς στήριξαν το σχολείο.
  • Παρότι ήταν ευκατάστατος, προτιμούσε έναν απλό τρόπο ζωής.