παραμελημένος

επίθετο

1. Που δεν έχει λάβει την αναγκαία φροντίδα, συντήρηση ή επίβλεψη και ως αποτέλεσμα παρουσιάζει φθορές, φθίνουσα κατάσταση ή έλλειψη λειτουργικότητας.

Συνώνυμα

εγκαταλειμμένος παρατημένος αμελημένος εγκαταλελειμμένος ατημέλητος ξεχασμένος αφροντισμένος κακοσυντηρημένος ερημωμένος παρακμασμένος ασυντήρητος παραγκωνισμένος ακαλλιέργητος απομονωμένος διαλυμένος κατεστραμμένος φθαρμένος βρώμικος άθλιος παραμερισμένος καημένος στερημένος απαξιωμένος απαρατήρητος εξαθλιωμένος

Αντώνυμα

φροντισμένος επιμελημένος συντηρημένος περιποιημένος καλοσυντηρημένος ευνοημένος τακτοποιημένος προσεγμένος φροντιζόμενος συμμαζεμένος τιμημένος ευπρεπής αγαπημένος καλοντυμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κήπος του σπιτιού ήταν παραμελημένος μετά από χρόνια εγκατάλειψης.
  • Ο ηλικιωμένος γείτονας μας νιώθει παραμελημένος από τα παιδιά του.
  • Ο παλιός σταθμός φαινόταν παραμελημένος και επικίνδυνος.
  • Ο σκύλος που βρήκαμε στη γειτονιά ήταν σοβαρά παραμελημένος.
  • Ο τομέας της παιδείας παραμένει παραμελημένος από την πολιτική ηγεσία.