καθημερινός
επίθετο1. Που αφορά ή συμβαίνει κάθε μέρα ή σε τακτική, ημερήσια βάση.
2. Που σχετίζεται με τις δραστηριότητες, τις συνήθειες ή τις ανάγκες του καθημερινού βίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασυνήθιστος ασυνήθης ιδιαίτερος μοναδικός σπάνιος εξαιρετικός μαγικός ξεχωριστός αλλόκοτος δραματικός θαυματουργός μαγευτικός γιορτινός πρωτόγνωρος πρωτότυπος πρωτοφανής εξαίρετος έκτακτος ανεπανάληπτος εξωπραγματικός ιδιόμορφος χριστουγεννιάτικος εξωτικός καινοφανής μνημειώδης ονειρικός συνταρακτικός απίστευτος υπερφυσικός
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω ένα καθημερινό πρόγραμμα γυμναστικής.
- Η καθημερινή ρουτίνα μου περιλαμβάνει καφέ και περπάτημα.
- Μου αρέσουν τα καθημερινά πράγματα της ζωής.
- Διαβάζω καθημερινά τις ειδήσεις για να ενημερώνομαι.
- Πρόκειται για ένα καθημερινό περιστατικό στην πόλη μας.
- Οι καθημερινοί πελάτες του μαγαζιού είναι φιλικοί.