αλλόκοτος

επίθετο

1. Που αποκλίνει σημαντικά από το συνηθισμένο στην εμφάνιση, τη συμπεριφορά ή τη φύση, εμφανίζοντας ιδιότητες ή εκδηλώσεις που δεν συνάδουν με το αναμενόμενο και προκαλούν έκπληξη, αμηχανία ή δέος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γείτονας συμπεριφέρεται με έναν αλλόκοτο τρόπο τον τελευταίο καιρό.
  • Το παλιό σπίτι είχε μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα τη νύχτα.
  • Το πιάτο είχε μια αλλόκοτη γεύση που δεν μπορούσα να περιγράψω.
  • Είδαμε αλλόκοτες σκιές στον τοίχο, αλλά δεν υπήρχε κανείς.
  • Η πρότασή του ήταν τόσο αλλόκοτη που κανείς δεν μπορούσε να τη δεχτεί.