πεπαλαιωμένος
επίθετοΠου έχει υποστεί παλαίωση ή φθορά με το πέρασμα του χρόνου και παρουσιάζει σημάδια παλιότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σύστημα ασφαλείας του κτιρίου είναι πεπαλαιωμένο και χρειάζεται άμεση αναβάθμιση.
- Οι οδηγίες που ακολουθείτε είναι πεπαλαιωμένες και δεν ισχύουν πλέον.
- Το εργοστάσιο λειτουργεί με έναν πεπαλαιωμένο τρόπο παραγωγής.
- Η επιχείρηση διατηρεί πεπαλαιωμένες μεθόδους που καθυστερούν την ανάπτυξή της.
- Η έκθεση χρησιμοποίησε πεπαλαιωμένα στοιχεία και δεν αντανακλά την τρέχουσα κατάσταση.