κοινότοπος
επίθετο1. Που δεν επιδεικνύει πρωτοτυπία ή ιδιαίτερη αξία, παρουσιάζει προβλεπόμενα ή επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά και δεν προκαλεί ενδιαφέρον ή εντύπωση.
Συνώνυμα
τετριμμένος μπανάλ κλισέ χιλιοειπωμένος ξεπατικωμένος πεπαλαιωμένος συνηθισμένος κοινός προβλέψιμος ανιαρός ρηχός επιφανειακός ανούσιος κλασικός τυπικός απλοϊκός μονοδιάστατος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η άποψή του ήταν κοινότοπη και δεν πρόσφερε κάτι νέο.
- Ο ομιλητής φάνηκε κοινότοπος και επανέλαβε κοινά κλισέ.
- Το βιβλίο περιέχει πολλά κοινότοπα μοτίβα της λογοτεχνίας.
- Η πλοκή του έργου ήταν μάλλον κοινότοπη, χωρίς εκπλήξεις.
- Οι παρατηρήσεις της ήταν κοινότοπες, γι' αυτό δεν τραβήξαμε την προσοχή.