πρωτόγνωρος
επίθετο1. Που δεν έχει προηγουμένως συμβεί, βιωθεί ή γνωριστεί από άτομο, ομάδα ή κοινωνία.
2. Που προκαλεί έντονα, καινούργια ή απρόβλεπτα συναισθήματα, εντυπώσεις ή αντιδράσεις εξαιτίας της άγνωστης ή ασυνήθιστης φύσης του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
οικείος γνωστός συνηθισμένος συνήθης καθημερινός ρουτινικός κοινός αναμενόμενος προβλέψιμος τετριμμένος επαναλαμβανόμενος απλός
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινότητα έζησε μια πρωτόγνωρη εμπειρία μετά την πλημμύρα.
- Αντιμετωπίσαμε πρωτόγνωρες προκλήσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
- Το συναίσθημα που ένιωσε ήταν πρωτόγνωρο για εκείνον.
- Ο κόσμος βίωσε έναν πρωτόγνωρο φόβο όταν ξέσπασε η φωτιά.
- Η νέα τεχνολογία προσφέρει πρωτόγνωρες δυνατότητες στην έρευνα.