ιδιαίτερος
επίθετο1. Που διαφέρει από το συνηθισμένο ή το κοινό λόγω διαφορετικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων ή συμπεριφοράς.
2. Που έχει αξιοσημείωτο ή ασυνήθιστο χαρακτήρα ή σημασία σε σχέση με άλλα, προκαλώντας προσοχή ή έμφαση.
Συνώνυμα
ξεχωριστός μοναδικός ιδιόμορφος ιδιότυπος ιδιωτικός προσωπικός ατομικός ειδικός συγκεκριμένος διαφορετικός διακεκριμένος εκλεκτός αποκλειστικός διακριτός ασυνήθιστος επιμέρους ιδιόρρυθμος πρωτόγνωρος χαρακτηριστικός σπάνιος παράξενος περίεργος αλλόκοτος αξιοπρόσεκτος πρωτότυπος διακριτικός εξατομικευμένος αξιοσημείωτος ιδιότροπος χωριστός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, με εξαιρετική ευαισθησία.
- Ζήτησε ιδιαίτερη μεταχείριση λόγω προβλημάτων υγείας.
- Το εργαστήριό μας χρειάζεται ένα ιδιαίτερο εργαλείο για τη συναρμολόγηση.
- Στην έκθεση παρουσιάστηκαν ιδιαίτερα εκθέματα από τοπικούς καλλιτέχνες.
- Οι ιδιαίτεροι κανόνες ασφαλείας εφαρμόζονται σε όλα τα εργαστήρια.