πρωτοφανής

επίθετο

1. Που δεν έχει προηγούμενο ή παρόμοιο, που παρουσιάζεται ή συμβαίνει για πρώτη φορά.

2. Που υπερβαίνει το συνηθισμένο μέτρο ή βαθμό, σε ένταση, έκταση ή σημασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρωτοφανής κακοκαιρία κατέστρεψε καλλιέργειες σε όλη τη χώρα.
  • Ο πρωτοφανής καύσωνας κράτησε περισσότερο από δύο εβδομάδες.
  • Το πρωτοφανές ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές εξέπληξε τους αναλυτές.
  • Οι πρωτοφανείς οικονομικές δυσκολίες ανάγκασαν πολλές επιχειρήσεις να κλείσουν.
  • Η πρωτοφανής επιτυχία της ομάδας δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας.