μοναδικός

επίθετο

1. Που υπάρχει ως το μόνο μέλος της ίδιας κατηγορίας ή δεν έχει άλλο όμοιο ή με τα ίδια χαρακτηριστικά.

2. Που διακρίνεται από τα υπόλοιπα λόγω ιδιαιτερότητας ή ιδιοτήτων που δεν επαναλαμβάνονται συχνά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό το έργο είναι μοναδικό.
  • Ήταν ο μοναδικός μάρτυρας του περιστατικού.
  • Η εμπειρία στο φεστιβάλ ήταν μοναδική.
  • Έχεις μοναδικές ικανότητες ως μουσικός.
  • Τα χρώματα στο ηλιοβασίλεμα ήταν μοναδικά.