αυθεντικός
επίθετο1. Που προέρχεται από την πρωτότυπη πηγή ή δημιουργό, χωρίς παραποιήσεις ή μιμήσεις.
2. Που διατηρεί τα χαρακτηριστικά, την ταυτότητα ή την παράδοση ενός πρωτοτύπου και δεν αποτελεί μεταλλαγή ή αναπαραγωγή.
Συνώνυμα
γνήσιος αληθινός γνήσιο πραγματικός ατόφιος πιστοποιημένος επικυρωμένος ορίτζιναλ έγκυρος φυσικός φωτογραφικός αληθής αρχικός πρωτότυπος επίσημος ειλικρινής πιστός παραδοσιακός αδιαμεσολάβητος ακέραιος κλασικός πρωτογενής
Αντώνυμα
πλαστός ψεύτικος μαϊμού νοθευμένος παραποιημένος φτιαγμένος δήθεν επιτηδευμένος αλλοιωμένος ανειλικρινής διπρόσωπος κατασκευασμένος πειραγμένος στερεότυπος στημένος φτιαχτός κίβδηλος υποκριτικός ψευδής τεχνητός προσποιητός εικονικός δόλιος κοινοτυπικός τετριμμένος αφύσικος δευτερογενής κοινότοπος μπανάλ τυποποιημένος πλασματικός συνθετικός επινοημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το πιστοποιητικό είναι αυθεντικό.
- Η ταβέρνα σερβίρει αυθεντικά πιάτα της περιοχής.
- Είναι αυθεντικός άνθρωπος και δεν προσποιείται.
- Βρήκαμε τα αυθεντικά έγγραφα στο αρχείο.
- Η αυθεντική συνταγή της γιαγιάς διατηρείται μυστική.
- Το μουσείο παρουσιάζει αυθεντικά έργα τέχνης.