αυθεντικός

επίθετο

1. Που προέρχεται από την πρωτότυπη πηγή ή δημιουργό, χωρίς παραποιήσεις ή μιμήσεις.

2. Που διατηρεί τα χαρακτηριστικά, την ταυτότητα ή την παράδοση ενός πρωτοτύπου και δεν αποτελεί μεταλλαγή ή αναπαραγωγή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πιστοποιητικό είναι αυθεντικό.
  • Η ταβέρνα σερβίρει αυθεντικά πιάτα της περιοχής.
  • Είναι αυθεντικός άνθρωπος και δεν προσποιείται.
  • Βρήκαμε τα αυθεντικά έγγραφα στο αρχείο.
  • Η αυθεντική συνταγή της γιαγιάς διατηρείται μυστική.
  • Το μουσείο παρουσιάζει αυθεντικά έργα τέχνης.