καινοφανής

άλλο

Που εισάγει κάτι νέο ή ασυνήθιστο και δεν έχει ξαναεμφανιστεί με την ίδια μορφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ιδέα του ήταν καινοφανής και προκάλεσε συζήτηση.
  • Παρουσίασε μια καινοφανή μέθοδο διδασκαλίας.
  • Η ομάδα δοκίμασε μια καινοφανή προσέγγιση στο πρόβλημα.
  • Το σχέδιο φάνηκε καινοφανές για τα δεδομένα της εποχής.
  • Οι καινοφανείς τεχνολογίες αλλάζουν γρήγορα την αγορά.