ασυνήθης
επίθετο1. Που δεν εμφανίζεται συχνά ή δεν είναι σύνηθες, παρουσιάζοντας απόκλιση από το αναμενόμενο.
2. Που διαφέρει εμφανώς από το συνηθισμένο σε μορφή, χαρακτήρα ή ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασυνήθης θόρυβος από το υπόγειο ανησύχησε τους γείτονες.
- Η ασυνήθης συμπεριφορά της στη συνάντηση εξέπληξε τους συνεργάτες.
- Βρήκα μια ασυνήθης συλλογή γραμματοσήμων στο παλιό κιβώτιο.
- Η καθυστέρηση του λεωφορείου ήταν ασυνήθης για τη συγκεκριμένη γραμμή.
- Η αντίδρασή του ήταν ασυνήθης για κάποιον που γνωρίζαμε ως ήρεμο.