κοινοτυπικός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει έλλειψη πρωτοτυπίας ή φαντασίας, χρησιμοποιώντας επαναλαμβανόμενα, αναμενόμενα στοιχεία που δεν προκαλούν ενδιαφέρον.

2. Που εκφράζει κοινές, γενικές ή επιφανειακές ιδέες και παραστάσεις χωρίς βάθος ή ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρατήρησή του ήταν κοινοτυπική και δεν πρόσθετε τίποτα στο διάλογο.
  • Το βιβλίο ακολουθούσε ένα κοινοτυπικό σενάριο γεμάτο κλισέ.
  • Ο ήρωας παρουσιάστηκε ως κοινοτυπικός τύπος, χωρίς βάθος.
  • Οι απαντήσεις τους ήταν κοινοτυπικές, χωρίς αυθεντική σκέψη.
  • Τα μοτίβα στην ταινία ήταν κοινοτυπικά, επαναλαμβανόμενα σε κάθε σκηνή.
  • Η κοινοτυπική έκφραση του προσώπου της αποκάλυπτε πλήξη.