φθαρμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί φυσική φθορά από χρήση, τριβή ή το πέρασμα του χρόνου και παρουσιάζει φθορές, ρωγμές ή γενική υποβάθμιση της μορφής και της λειτουργικότητας.
Συνώνυμα
παλαιωμένος παλιωμένος κουρελιασμένος ξεφτισμένος διεφθαρμένος φθαρτός σαπισμένος σάπιος σκουριασμένος διαβρωμένος κατεστραμμένος αχρηστευμένος τελειωμένος ξεπερασμένος ελαττωματικός χαλασμένος αλλοιωμένος καταπονημένος μεταχειρισμένος κουρασμένος εξαντλημένος κοινοτυπικός παλαιός τετριμμένος παλιός γερασμένος εξασθενημένος μπαγιάτικος παραμελημένος παρωχημένος πεπαλαιωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λαστιχένιος σωλήνας είναι φθαρμένος και διαρρέει.
- Ο ιμάντας της ζώνης είναι φθαρμένος και κινδυνεύει να σπάσει.
- Ο πολιτικός κατηγορήθηκε ότι ήταν φθαρμένος.
- Ο όρος 'η καινοτομία' έχει γίνει φθαρμένος από την υπερβολική χρήση.
- Ο χάρτης στον τοίχο είναι φθαρμένος από τον ήλιο και δεν διαβάζεται εύκολα.