αναποδογυρίζω
ρήμα1. Γυρίζω ή περιστρέφω κάτι ώστε να αλλάξει προσανατολισμό και να βρεθεί με την πάνω πλευρά προς τα κάτω και την κάτω προς τα πάνω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί αναποδογυρίζω την κρέπα στο τηγάνι ώστε να ψηθεί και από την άλλη πλευρά.
- Για να μην γεμίσει νερό, αναποδογυρίζω το μικρό φουσκωτό σκάφος όταν τελειώνει η βόλτα.
- Όταν ψάχνω τα κλειδιά, συνήθως αναποδογυρίζω όλα τα συρτάρια του γραφείου.
- Για να στεγνώσουν γρήγορα, αναποδογυρίζω τα παπούτσια και τα αφήνω στον ήλιο.
- Με τη νέα απόδειξη, αναποδογυρίζω την υπόθεση και αλλάζει όλη η εικόνα.