φάρα
ουσιαστικό1. Ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με συγγένεια ή κοινή καταγωγή, αποτελώντας ευρύτερη οικογενειακή ή φυλετική κοινότητα.
2. Γενετική ομάδα ζώων ή φυτών με κοινά κληρονομικά χαρακτηριστικά και κοινή καταγωγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φάρα του χωριού κρατάει έθιμα αιώνων.
- Αυτή η φάρα σκύλων είναι γνωστή για την αντοχή της.
- Θεωρείται ότι ανήκει σε αριστοκρατική φάρα.
- Δεν μιλάω πια με εκείνη τη φάρα, έχουν άλλες αξίες.
- Στους ποιμενικούς κύκλους η φάρα των προβάτων μετράει πολύ.