μπάντα
ουσιαστικό1. Σύνολο μουσικών που παίζουν μαζί, οργανωμένο για την εκτέλεση τραγουδιών ή μουσικών έργων σε συναυλίες, ηχογραφήσεις ή εκδηλώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μπάντα έπαιξε τα αγαπημένα τραγούδια του κοινού.
- Η μπάντα της σχολικής παρέλασης μπήκε πρώτη στη λεωφόρο.
- Έδεσα τη βαλίτσα με μια μπάντα από πλαστικό για ασφάλεια.
- Η μπάντα των ληστών συνελήφθη μετά από συντονισμένη επιχείρηση.
- Ο ασύρματος λειτουργεί στη μπάντα των 2,4 GHz.