λόχος

ουσιαστικό

1. Οργανωμένη στρατιωτική μονάδα από στρατιώτες υπό ενιαία διοίκηση, συνήθως υποδιαιρούμενη σε τμήματα και ενταγμένη σε μεγαλύτερη δύναμη.

2. Ιστορικά ή μεταφορικά, μικρή συγκρότηση πολεμιστών ή ομάδας προσώπων συγκροτημένη για συγκεκριμένη αποστολή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λόχος στάλθηκε στο μέτωπο χθες.
  • Στην αρχαία Ελλάδα, κάθε λόχος είχε συγκεκριμένο αριθμό ανδρών και ιεραρχία.
  • Ένας λόχος εθελοντών ανέλαβε την αποκατάσταση του μονοπατιού.
  • Στην πλατεία συγκεντρώθηκε λόχος κόσμου για την ομιλία.
  • Οι λόχοι του τάγματος εκπαιδεύονται καθημερινά στην εξοχή.