ράτσα
ουσιαστικό1. Κατηγορία ή ομάδα ζώων, ιδίως οικόσιτων, που χαρακτηρίζεται από κοινά κληρονομικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά και διατηρείται μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ράτσα του σκύλου είναι λαμπραντόρ.
- Η φάρμα μας εκτρέφει μια ράτσα προβάτων με παχιά μαλλιά.
- Ορισμένοι νομίζουν ότι η ράτσα καθορίζει τον χαρακτήρα, αλλά η ανατροφή είναι πιο σημαντική.
- Στους ιπποδρόμους προτιμούν συγκεκριμένη ράτσα αλόγων για τις κούρσες.
- Δεν πρέπει να υποτιμούμε κάποιον επειδή ανήκει σε άλλη ράτσα.