θίασος
ουσιαστικό1. Ομάδα ηθοποιών και συνεργατών που οργανώνονται για την παραγωγή και παρουσίαση θεατρικών έργων.
2. Το σύνολο των προσώπων που εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη παράσταση, ταινία ή τηλεοπτική παραγωγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θίασος παρουσιάζει απόψε την καινούργια παράσταση.
- Ο θίασος περιοδεύει στα μικρά χωριά το καλοκαίρι.
- Ο θίασος του τσίρκου ενθουσίασε τα παιδιά με τα κόλπα του.
- Όλος ο πολιτικός θίασος εμφανίστηκε στην τηλεόραση χθες.
- Στον θίασο συμμετείχαν πολλοί νέοι ηθοποιοί.