μοίρα
ουσιαστικό1. Σειρά προκαθορισμένων ή αντιλαμβανόμενων ως αναπόφευκτων γεγονότων που θεωρείται ότι διαμορφώνει την πορεία της ζωής ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας.
2. Μέρος ή ποσοστό από ένα ολικό μέγεθος που αποδίδεται ή αντιστοιχεί σε κάποιον ή σε κάτι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μοίρα του ανθρώπου πολλές φορές είναι ανεξήγητη.
- Κάθε μέλος πήρε την μοίρα του από τα τρόφιμα.
- Η αεροπορική μοίρα αναχώρησε νωρίς το πρωί.
- Η απόκλιση της πυξίδας ήταν περίπου μισή μοίρα.
- Από την κληρονομιά έλαβε μόνον μια μοίρα.