θαμπός
επίθετο1. Που έχει μειωμένη ένταση ή λαμπρότητα φωτός, εμφανίζεται αμυδρός ή με περιορισμένη φωτεινότητα.
2. Που δεν είναι ευκρινής στην όραση ή στην εικόνα, με χαμηλή αντίθεση και συγκεχυμένες λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η όρασή του ήταν θαμπή μετά το κλάμα.
- Το φως στο δωμάτιο ήταν θαμπό και δεν μπορούσα να διαβάσω.
- Τα χρώματα στον πίνακα φαίνονται θαμπά λόγω της σκόνης.
- Η μνήμη της για εκείνη την περίοδο είναι θαμπή.
- Το βλέμμα του ήταν θαμπό από την κούραση.
- Ο καθρέφτης είναι θαμπός από τους υδρατμούς.