φωτεινός

επίθετο

1. Που εκπέμπει ή αντανακλά φως σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστά ορατό το περιβάλλον ή τα αντικείμενα.

2. Που έχει άφθονο ή καλό φωτισμό, κατάλληλο για ορατότητα ή ανάδειξη λεπτομερειών (για χώρους, επιφάνειες, φωτιστικά).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ουρανός ήταν τόσο φωτεινός από τα πυροτεχνήματα.
  • Η φωτεινή λάμπα στο γραφείο με βοηθάει να διαβάζω καλύτερα.
  • Έχει ένα φωτεινό μυαλό και λύνει τα προβλήματα γρήγορα.
  • Οι νέες τεχνολογίες υπόσχονται ένα φωτεινό μέλλον.
  • Τα φωτεινά χρώματα της αίθουσας δημιουργούν ζεστή ατμόσφαιρα.