απλοϊκός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει απλότητα στη δομή ή την έκφραση, στερούμενο πολύπλοκων λεπτομερειών ή πολυπλοκότητας.

2. Που αντιμετωπίζει ή περιγράφει πολύπλοκα θέματα με υπερβολική απλούστευση, χωρίς επαρκές βάθος ή ανάλυση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λύση που πρότεινε ήταν αρκετά απλοϊκή για το σύνθετο πρόβλημα.
  • Το σκίτσο έχει έναν απλοϊκό σχεδιασμό αλλά είναι γοητευτικό.
  • Παρουσίασε ένα απλοϊκό παράδειγμα για να κατανοήσουν όλοι την ιδέα.
  • Δεν είναι σωστό να χαρακτηρίζεις κάποιον απλοϊκό χωρίς να ξέρεις τα κίνητρά του.
  • Η ερμηνεία του έργου φάνηκε μάλλον απλοϊκή και στερείτο βάθους.