στολισμένος
επίθετο1. Που έχει διακοσμηθεί με στολίδια ή άλλα διακοσμητικά στοιχεία ώστε να φαίνεται πιο εορταστικός ή εμφανίσιμος.
2. Που φέρει επιμελημένα εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως ρούχα ή αξεσουάρ, για ειδική περίσταση.
Συνώνυμα
διακοσμημένος κοσμημένος πλουμισμένος περιτεχής γιορτινός λαμπερός λαμπρός φτιαγμένος φορτωμένος ντυμένος καλοντυμένος γκλαμουράτος υπερφορτωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι στολισμένο.
- Η νύφη ήταν πανέμορφη και στολισμένη με λουλούδια.
- Οι δρόμοι ήταν στολισμένοι για το πανηγύρι.
- Το δωμάτιο ήταν στολισμένο με πολύχρωμα φωτάκια και γιρλάντες.
- Το φόρεμα της γιαγιάς είναι στολισμένο με λεπτή δαντέλα.
- Το κείμενο ήταν στολισμένο με λογοτεχνικές εικόνες.