γκρι
επίθετο1. Που έχει χρώμα ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο, με μεσαία φωτεινότητα και ουδέτερη απόχρωση, συχνά προκύπτει από ανάμειξη λευκού και μαύρου ή από τόνους χωρίς έντονη χρωματική χροιά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το γκρι αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι.
- Φόρεσε μια γκρι ζακέτα γιατί έκανε κρύο.
- Ο ουρανός έγινε γκρι πριν αρχίσει η βροχή.
- Μου αρέσει το γκρι του καναπέ για το σαλόνι.
- Τα γκρι μαλλιά της γιαγιάς έφεραν μνήμες.
- Πέρασα μια γκρι μέρα στη δουλειά, χωρίς χαρά.