κρυστάλλινος
επίθετο1. Που αποτελείται από ή έχει όψη κρυστάλλου, συνήθως διάφανος, γυαλιστερός και εύθραυστος.
2. Που είναι ιδιαίτερα διαυγής ή καθαρός, προσφέροντας έντονη διαφάνεια ή λαμπρότητα.
Συνώνυμα
κρυσταλλικός διάφανος διαυγής διαφανής γυάλινος καθαρός σαφής κρυσταλλοειδής πεντακάθαρος λαμπερός φωτεινός άψογος αψεγάδιαστος διαυγέστατος γυαλιστερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό στο ποτήρι ήταν κρυστάλλινο και πολύ καθαρό.
- Ο ουρανός μετά τη βροχή ήταν κρυστάλλινος.
- Η φωνή της ήταν κρυστάλλινη και ακουγόταν καθαρά σε όλη την αίθουσα.
- Μιλούσε με κρυστάλλινη σαφήνεια για το σχέδιό του.
- Πάνω στο χιόνι σχηματίστηκαν κρυστάλλινα παγάκια το πρωί.