αυγή

ουσιαστικό

1. Η πρώιμη φάση της ημέρας κατά την οποία ο ουρανός αρχίζει να φωτίζεται από το πρώτο φως πριν την ανατολή του ηλίου.

2. Η αρχική φάση ή έναρξη ενός γεγονότος, μιας εποχής ή μιας διαδικασίας που αντιλαμβάνεται ως νέο ξεκίνημα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αυγή χρωμάτιζε απαλά τον ορίζοντα.
  • Κάθε αυγή πηγαίνω για τρέξιμο στην παραλία.
  • Στην αυγή της επανάστασης υπήρχε ελπίδα και αβεβαιότητα.
  • Με την αυγή οι αγρότες ξεκινούν τη δουλειά στα χωράφια.
  • Η αυγή του νέου προγράμματος σήμανε την αρχή αλλαγών.