ακέραιος

επίθετο

1. Που είναι ολόκληρος, χωρίς σπασίματα, ρωγμές ή ελλείψεις.

2. Που δεν έχει υποστεί βλάβη ή αλλοίωση στην υλική ή λειτουργική του κατάσταση.

3. Που, στη μαθηματική έννοια, δηλώνει αριθμό χωρίς δεκαδικό ή κλασματικό μέρος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αριθμός 7 είναι ακέραιος.
  • Το βιβλίο επέστρεψε ακέραιο μετά το ταξίδι.
  • Ήρθαν όλες οι αποδείξεις ακέραιες.
  • Είναι πολιτικός με ακέραιο χαρακτήρα.
  • Ο πίνακας έμεινε ακέραιος παρά τη ζημιά στο πλαίσιο.