ανέπαφος
επίθετο1. Που δεν έχει υποστεί άμεση επαφή ή δεν έχει αγγιχτεί από κάποιο αντικείμενο ή πρόσωπο.
2. Που διατηρείται στην αρχική του κατάσταση χωρίς φθορά, ζημιά ή αλλοίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αγγιγμένος πειραγμένος χρησιμοποιημένος αλλοιωμένος διαλυμένος τραυματίας χαλασμένος λιώμα πληγωμένος τραυματισμένος μολυσμένος φθαρμένος κατεστραμμένος σκασμένος φθαρτός εκτεθειμένος βεβηλωμένος μισός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φάκελος έφτασε ανέπαφος, χωρίς να τον ανοίξει κανείς.
- Ο αρχαιολογικός χώρος έμεινε ανέπαφος παρά τις εργασίες κοντά του.
- Ο τραπεζικός λογαριασμός παρέμεινε ανέπαφος παρά την απόπειρα απάτης.
- Το μηχάνημα επιτρέπει ανέπαφο χειρισμό για να μειώσει τον κίνδυνο μόλυνσης.
- Ο τόπος των μαχών παρέμεινε ανέπαφος από την τουριστική ανάπτυξη.