ανέπαφος

επίθετο

1. Που δεν έχει υποστεί άμεση επαφή ή δεν έχει αγγιχτεί από κάποιο αντικείμενο ή πρόσωπο.

2. Που διατηρείται στην αρχική του κατάσταση χωρίς φθορά, ζημιά ή αλλοίωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φάκελος έφτασε ανέπαφος, χωρίς να τον ανοίξει κανείς.
  • Ο αρχαιολογικός χώρος έμεινε ανέπαφος παρά τις εργασίες κοντά του.
  • Ο τραπεζικός λογαριασμός παρέμεινε ανέπαφος παρά την απόπειρα απάτης.
  • Το μηχάνημα επιτρέπει ανέπαφο χειρισμό για να μειώσει τον κίνδυνο μόλυνσης.
  • Ο τόπος των μαχών παρέμεινε ανέπαφος από την τουριστική ανάπτυξη.