εντελής
επίθετοΠου περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων ή των μερών, χωρίς ελλείψεις ή αποσπασματικότητα, σε τελική και ολοκληρωμένη μορφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εντελής άγνοια του κανονισμού οδήγησε σε παραβίαση.
- Η ομάδα υπέστη εντελής ήττα στον τελικό.
- Ανακοίνωσαν την εντελή αποχώρησή τους από το έργο.
- Η έκθεση αποκάλυψε εντελής έλλειψη τεκμηρίωσης.
- Υπήρξε εντελής συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.