αμέμπτος

επίθετο

Που δεν του καταλογίζεται σφάλμα ή παράπτωμα και δεν παρουσιάζει ελαττώματα ή κηλίδες στη συμπεριφορά, στον χαρακτήρα ή στην απόδοση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο διευθυντής είναι αμέμπτος στο έργο του.
  • Η υπάλληλος διατηρεί πάντα αμέμπτη συμπεριφορά απέναντι στους πελάτες.
  • Το ιστορικό του είναι αμέμπτο, χωρίς καμία παράβαση.
  • Οι πράξεις τους κρίθηκαν αμέμπτες από την επιτροπή δεοντολογίας.
  • Η δημόσια εικόνα της παρέμεινε αμέμπτη παρά τις φήμες.