μισός
επίθετο1. Που αντιστοιχεί στο ένα από δύο ίσα μέρη ενός όλου ή τμήματος, δηλώνοντας ποσότητα περίπου ίση με το 50% του συνόλου.
2. Που δηλώνει μερικότητα ή ελλιπή ολοκλήρωση σε σχέση με το αναμενόμενο ή το απαιτούμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφαγα το μισό μήλο πριν το πρωινό.
- Μοίρασε τους μισούς καρπούς στους φίλους του.
- Το σπίτι έμεινε μισό μετά την καταιγίδα.
- Ο Νίκος είναι ο άλλος μισός της Ελένης.
- Οι μισές από τις αιτήσεις απορρίφθηκαν.