πλήρης
επίθετο1. Που περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα ή αναμενόμενα στοιχεία, χωρίς ελλείψεις.
2. Που είναι γεμάτος ως το δυνατό, χωρίς κενό ή ελεύθερο χώρο.
3. Που έχει ολοκληρωθεί ή πραγματοποιηθεί σε όλη του την έκταση, χωρίς εκκρεμότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η έκθεση είναι πλήρης και δεν χρειάζεται προσθήκες.
- Η αίθουσα ήταν πλήρης, δεν υπήρχε ούτε μία ελεύθερη θέση.
- Έλαβα την πλήρη έκθεση χθες το βράδυ.
- Προτιμώ εργασία πλήρους απασχόλησης παρά μερικής.
- Μετά το δείπνο ένιωθα πλήρης και δεν ήθελα άλλο φαγητό.