ημιτελής
επίθετο1. Που δεν έχει ολοκληρωθεί ή τελειώσει· βρίσκεται σε κατάσταση μερικής ή ατελούς ολοκλήρωσης.
2. Που παρουσιάζει ελλείψεις ή ατελή ανάπτυξη σε μορφή, δομή ή λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ολοκληρωμένος τελειωμένος συμπληρωμένος περατωμένος αποπερατωμένος ακέραιος κομπλέ τελεία εντελής πλήρης ολόκληρος έτοιμος άψογος ολόκληρο απόλυτος άρτιος εξαντλητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο παραμένει ημιτελές λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.
- Η έκθεση παρέμεινε ημιτελής όταν έληξε η προθεσμία.
- Οι ημιτελείς εργασίες πρέπει να ολοκληρωθούν πριν από τον χειμώνα.
- Παρουσίασε ένα ημιτελές επιχείρημα κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
- Είχα ημιτελή γνώση του θέματος, οπότε ζήτησα βοήθεια.