άθικτος
επίθετο1. Που δεν έχει υποστεί φθορά, καταστροφή ή ζημιά και διατηρεί την αρχική του μορφή.
2. Που δεν έχει υποστεί αλλαγή, επηρεασμό ή παρέμβαση και παραμένει στην αρχική του κατάσταση.
Συνώνυμα
ακέραιος ανέπαφος ανέγγιχτος απείραχτος αλώβητος αβλαβής απρόσβλητος σωός ολόκληρος αναλλοίωτος απαραβίαστος ολόκληρο άρτιος άτρωτος αμόλυντος ατόφιος
Αντώνυμα
κατεστραμμένος σπασμένος ραγισμένος φθαρμένος χαλασμένος πληγωμένος χτυπημένος παραβιασμένος πειραγμένος μολυσμένος τρακαρισμένος διαλυμένος φτιαγμένος τραυματίας λιώμα αλλοιωμένος κουρέλι σκασμένος παραμορφωμένος ελαττωματικός μεταχειρισμένος νοθευμένος παλαιωμένος σάπιος τσιμπημένος φθαρτός σαπισμένος ερειπωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το γυάλινο βάζο έφτασε στο σπίτι άθικτο.
- Παρά το ατύχημα, ο οδηγός παρέμεινε άθικτος.
- Η σκηνή του εγκλήματος έπρεπε να παραμείνει άθικτη για να συλλεχθούν αποδείξεις.
- Η παράδοση στο χωριό έμεινε σχεδόν άθικτη παρά τις αλλαγές.
- Οι ελευθερίες του πολίτη πρέπει να παραμένουν άθικτες.