άρτιος

επίθετο

Που δεν παρουσιάζει ελαττώματα ή ελλείψεις και είναι σε κατάλληλη κατάσταση για χρήση ή λειτουργία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιατρός φαίνεται άρτιος για τη θέση.
  • Η παράσταση ήταν άρτια και χειροκροτήθηκε θερμά.
  • Το πακέτο έφτασε άρτιο και χωρίς φθορές.
  • Παρείχαν άρτιες συνθήκες εργασίας στους υπαλλήλους.
  • Οι αθλητές είναι άρτιοι σωματικά και ψυχικά.