ατελής
επίθετο1. Που δεν είναι πλήρες ή ολοκληρωμένο, επειδή λείπουν στοιχεία ή μέρη.
2. Που παρουσιάζει ελαττώματα ή ατέλειες στην ποιότητα, στη λειτουργία ή στην εμφάνιση.
3. Που, στη γραμματική, δηλώνει ενέργεια ή κατάσταση χωρίς την έννοια της ολοκλήρωσης.
Συνώνυμα
ελλιπής ημιτελής ανολοκλήρωτος ελαττωματικός ανεπαρκής αποσπασματικός ελλειμματικός μερικός κολοβός ανακριβής χαλασμένος ανίκανος μισός ακατέργαστος
Αντώνυμα
τέλειος πλήρης ολοκληρωμένος ολόκληρος συμπληρωμένος τελειωμένος όλος έτοιμος απόλυτος τελεία ολόκληρο τέλεια εντελής εξαντλητικός ολοκληρωτικός άρτιος άψογος επαρκής αψεγάδιαστος ακέραιος κομπλέ ολικός ώριμος εξαιρετικός ιδανικός αμέμπτος επακριβής άριστος καλός λειτουργικός ειδικός ικανός κατασκευασμένος ενδελεχής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φάκελος παρέμεινε ατελής λόγω έλλειψης εγγράφων.
- Η μετάφραση ήταν ατελής και χρειάστηκε αναθεώρηση.
- Η πληροφόρηση που λάβαμε είναι ατελής, οπότε ζητήσαμε περισσότερα στοιχεία.
- Ο έλεγχος των στοιχείων ήταν ατελής και δεν εξασφάλιζε αξιοπιστία.
- Η διαδικασία παραγωγής αποδείχθηκε ατελής, με αποτέλεσμα ελαττώματα στα προϊόντα.