ατελής

επίθετο

1. Που δεν είναι πλήρες ή ολοκληρωμένο, επειδή λείπουν στοιχεία ή μέρη.

2. Που παρουσιάζει ελαττώματα ή ατέλειες στην ποιότητα, στη λειτουργία ή στην εμφάνιση.

3. Που, στη γραμματική, δηλώνει ενέργεια ή κατάσταση χωρίς την έννοια της ολοκλήρωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φάκελος παρέμεινε ατελής λόγω έλλειψης εγγράφων.
  • Η μετάφραση ήταν ατελής και χρειάστηκε αναθεώρηση.
  • Η πληροφόρηση που λάβαμε είναι ατελής, οπότε ζητήσαμε περισσότερα στοιχεία.
  • Ο έλεγχος των στοιχείων ήταν ατελής και δεν εξασφάλιζε αξιοπιστία.
  • Η διαδικασία παραγωγής αποδείχθηκε ατελής, με αποτέλεσμα ελαττώματα στα προϊόντα.