αδιάφθορος
επίθετοΠου δεν επηρεάζεται από δωροδοκία, διαφθορά ή ανέντιμες πιέσεις και ενεργεί με ακεραιότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος δικαστής θεωρείται αδιάφθορος και δίκαιος.
- Σε όλη του τη ζωή έμεινε αδιάφθορος, παρότι δέχτηκε πολλές πιέσεις.
- Η κοινωνία χρειάζεται ανθρώπους αδιάφθορους σε θέσεις ευθύνης.
- Τη χαρακτήριζαν αδιάφθορη δημοσιογράφο που δεν δεχόταν δώρα.
- Παρά τα χρόνια της εξουσίας, η επιτροπή έμεινε αδιάφθορη.
- Ο παλιός εκείνος υπάλληλος ήταν πραγματικά αδιάφθορος.