αμαρτωλός
επίθετο1. Που έχει διαπράξει αμαρτίες ή θεωρείται ηθικά ένοχος σύμφωνα με θρησκευτικά ή ηθικά κριτήρια.
2. Που χαρακτηρίζεται από συμπεριφορά ή επιθυμίες θεωρούμενες ηθικά κατακριτέες ή επιβλαβείς, σε μεταφορική χρήση.
Συνώνυμα
παραβάτης ασεβής ανήθικος πονηρός ασέβαστος ένοχος διεφθαρμένος κακοποιός εγκληματίας άσωτος μοιχός πόρνος αιρετικός διαφθορέας σκανδαλιάρης αμετανόητος αδιάντροπος άσεμνος ακάθαρτος
Αντώνυμα
ενάρετος άγιος ευσεβής αναμάρτητος αγνός ηθικός έντιμος αδιάφθορος ευλαβής θεοσεβής αγιασμένος αθώος δίκαιος ακέραιος αμόλυντος καθαρός σεμνός ευλογημένος λυτρωμένος αμέμπτος ανεπίληπτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιερέας προσευχήθηκε για τον αμαρτωλό που επέστρεψε στην εκκλησία.
- Η αμαρτωλή γυναίκα εξομολογήθηκε και ένιωσε ανακούφιση.
- Οι αμαρτωλοί αναζητούσαν συγχώρεση μετά τα τραγικά γεγονότα.
- Το αμαρτωλό παρελθόν του τον καταδίωκε σε κάθε βήμα.
- Το μυθιστόρημα περιγράφει έναν αμαρτωλό έρωτα γεμάτο πάθος και ενοχές.