κατακερματισμένος
επίθετοΠου έχει χωριστεί σε πολλά μικρά, ασύνδετα ή δύσκολα να ενωθούν τμήματα.
Συνώνυμα
διαλυμένος θρυμματισμένος σπασμένος διασπασμένος διαιρεμένος αποσυντεθειμένος αποσπασμένος κερματισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χωριό έμεινε κατακερματισμένο μετά τον πόλεμο.
- Η αγορά είναι κατακερματισμένη σε πολλές μικρές εταιρείες.
- Ο χρόνος μου είναι κατακερματισμένος ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια.
- Ένα κατακερματισμένο δίκτυο δυσκολεύει την επικοινωνία.
- Η τάξη παρουσίαζε μια κατακερματισμένη εικόνα μετά τη διαμάχη.